ευφαντασίαστος

εὐφαντασίαστος, -ον (Α)
1. ενεργ. αυτός που πλάθει με τη φαντασία του ωραία πράγματα
2. παθ. αυτόν τον οποίο εύκολα φαντάζεται κάποιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φαντασιάζομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.